λύρα


λύρα
I
(Ζωολ.). Κοινή ονομασία στρουθιομόρφων πτηνών του γένους Menura, της οικογένειας των μηνουριδών. Βλ. λ. μηνουρίδες.
II
(Μουσ.). Μουσικό όργανο. Προέρχεται από τη Σουμερία (3η χιλιετία π.Χ.), αλλά συνδέθηκε άμεσα με την αρχαία Ελλάδα, ενώ, σύμφωνα με την παράδοση, την είχε κατασκευάσει ο Ερμής με το όστρακο μιας χελώνας, τα κέρατα ενός κριού και τα νεύρα των βοδιών του Απόλλωνα τα οποία είχε κλέψει. Η λ. ήταν μικρότερη αλλά όμοια με την κιθάρα· απαρτιζόταν από ένα ηχείο, από το οποίο ξεκινούσαν δύο βραχίονες που ενώνονταν με έναν ξύλινο ζυγό. Στο κέντρο του τόξου ήταν τεντωμένες οι χορδές, ο αριθμός των οποίων ποίκιλλε: ήταν πέντε στην ομηρική εποχή, ενώ αργότερα έφτασαν τις δεκαοχτώ.
Στην αρχαιότητα, η λ. παιζόταν με τα δύο χέρια: το δεξί κρατούσε το πλήκτρο, ενώ τα δάχτυλα του αριστερού άγγιζαν τις χορδές. Όταν έπαιζαν δίχως πλήκτρο, αλλά μόνο με τα δάχτυλα, οι μουσικοί συγκρατούσαν συνήθως το όργανο με έναν ιμάντα που κρεμόταν από τον ώμο. Υπήρχαν διάφοροι τύποι και μεγέθη λ., οι οποίες κυμαίνονταν από 30 εκ. έως 70 εκ. και σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν το 1 μ. σε ύψος.
Στην οικογένεια της λ. ανήκαν και άλλα παρεμφερή μουσικά όργανα: η χέλυς, με ηχείο από καύκαλο χελώνας· η μάγαδις, που είχε 20 χορδές κουρδισμένες κατά ζεύγη σε ταυτοφωνία· το επιγώνιο, με 40 χορδές και 20 φθόγγους· η σαμβύκη· η πυκτίς, πολύχορδο όργανο παρεμφερές με την άρπα κ.ά.
Αν και πολύ δημοφιλές όργανο κατά την αρχαιότητα, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες παραστάσεις, η ιστορία της λ. περιορίστηκε στον αρχαίο κόσμο. Η ονομασία λ. δόθηκε κατά τον Μεσαίωνα σε ένα μονόχορδο όργανο με δοξάρι, ενώ τον 16ο αι. ονομαζόταν έτσι ένα είδος βιόλας με πολλές χορδές. Στην νεοκλασική εποχή έκανε μια σύντομη εμφάνιση η λ.-κιθάρα, η οποία αποτελεί συνδυασμό της κιθάρας και της αρχαίας λ.
Στη νεότερη Ελλάδα υπάρχουν δύο είδη λ.: η λ. με απιόσχημο ηχείο και η λ. των Ποντίων, με μακρόστενο ηχείο. Αυτή με το απιόσχημο ηχείο χρησιμοποιείται σήμερα στα νησιά (Κρήτη, Δωδεκάνησα κ.α.) και στη Βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία και Θράκη), ενώ παλαιότερα εμφανιζόταν σε όλη την Ελλάδα. Η ύπαρξή της είναι τεκμηριωμένη από τη βυζαντινή περίοδο (9oς αι.). Αποτελείται από τρεις χορδές (τέσσερις, στα νεότερα χρόνια) και κουρδίζεται κατά πέμπτες (ρε-λα-μι) ή, παλαιότερα, αλά τούρκα (ρε-λα-ρε). Το δοξάρι της ήταν παλαιότερα καμπυλωτό και είχε τρίχες από ουρά αλόγου και κουδουνάκια (τα γερακοκούδουνα) στον ξύλινο σκελετό του. Με την κίνηση, ο ήχος που προερχόταν από αυτά συνόδευε ρυθμικά τη μελωδία. Σήμερα, το δοξάρι που χρησιμοποιείται είναι όπως αυτό του βιολιού. Ο λυράρης (ή λυριτζής ή λυριστής) δεν πατάει τις χορδές με την ψίχα του δαχτύλου (όπως στο βιολί, για παράδειγμα), αλλά με το νύχι, ακουμπώντας τη χορδή από τα πλάγια. Στην Κρήτη, ίσχυε παλαιότερα ένας διαχωρισμός ανάλογα με το μέγεθος του οργάνου, που έφερε τις εξής ονομασίες: λυράκι (μικρή λ.), λ. (45-50 εκ.) και βροντόλυρα (μεγάλη λ., με πλατύτερο και βαθύτερο ηχείο). Σήμερα επικρατεί κυρίως ο μεσαίος τύπος. Την περίοδο του μεσοπολέμου δημιουργήθηκε ο τύπος της βιολόλυρας (με ηχείο όπως του βιολιού). Η απιδόμορφη λ. κατασκευάζεται από διάφορα ξύλα (μουριά, αχλαδιά, καρυδιά κ.ά.) και διακοσμείται συχνά με σκαλιστές παραστάσεις, σεντέφι κ.ά. Παίζεται μόνη της ή με συνοδεία νταουλιού, λαγούτου και, παλαιότερα, με ταμπουρά, μπουζούκι, άσκαυλο και με άλλα όργανα. Όταν κάθεται, ο λυράρης παίζει ακουμπώντας το όργανο όρθιο ή λίγο πλάγιο στο αριστερό του πόδι. Όταν στέκεται όρθιος ή βαδίζει, παίζει στηρίζοντας συνήθως τη λ. στη ζώνη του ή κρατώντας την απλώς όρθια.
Η λ. (ή κεμεντζές) των Ποντίων έχει μακρόστενο ηχείο (μήκος περίπου 50-60 και πλάτος στο μέσο περίπου 6-8 εκ.), διαθέτει τρεις χορδές (παλαιότερα μετάξινες ή εντέρινες, σήμερα από μέταλλο ή πλαστική ύλη), κουρδίζεται κατά τέταρτες καθαρές και παίζεται με καμπυλωτό δοξάρι. Κατασκευάζεται από διάφορα ξύλα (μουριά, αχλαδιά, καρυδιά κ.ά.). Είναι επίσης διαδεδομένη στους Τούρκους της περιοχής του Πόντου, στους Γεωργιανούς (Καύκασος) και σε ορισμένες περιοχές της Μικράς Ασίας (Καππαδοκία). Ο κεμεντζετζής πατάει με τα ίδια δάχτυλα συγχρόνως και τη διπλανή χορδή όταν παίζει μία μελωδία· έτσι, αυτή συνοδεύεται από μια τέταρτη χαμηλότερα. Η πρωτόγονη αυτή αντιστικτική συνοδεία δεν αλλοιώνει τον μονοφωνικό χαρακτήρα της ποντιακής λ. και, γενικότερα, της ποντιακής μουσικής. Η ποντιακή λ. παίζεται μόνη της, χωρίς συνοδεία άλλου οργάνου. Για λόγους ακουστικής, παίζουν δύο ή και τρεις λ. μαζί, όταν συνοδεύουν χορούς σε πολυπρόσωπα γλέντια ή πανηγύρια.
Στην οικογένεια της λ. του Πόντου ανήκουν δύο άλλοι τύποι: η λ. της Καππαδοκίας (μεσαίου μεγέθους –περίπου 10-12 εκ.– και μεγαλύτερη από τη λ. του Πόντου) και ο κεμανές, που παιζόταν επίσης στην Καππαδοκία και είναι κατά πολύ μεγαλύτερος (έχει μήκος 98 εκ., πλάτος 12 εκ. και βάθος του ηχείου 9 εκ.). Ο κεμανές έχει έξι χορδές κουρδισμένες κατά πέμπτες και τέταρτες καθαρές. Κάτω από την ταστιέρα (τη γλώσσα) υπάρχουν άλλες έξι συμπαθητικές χορδές, οι οποίες δονούνται όταν παίζονται οι επάνω χορδές. Το κεφάλι είναι όπως αυτό του βιολιού και όχι τριγωνικό· το ίδιο και τα κλειδιά.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι σύγχρονες λ. δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχαίες, με τις οποίες συχνά συγχέονται. Η ποντιακή λ. είναι αντίστοιχη προς το γαλλικό pochette και το αγγλικό κιτ, τα οποία μεταξύ του 12ου και του 15ου αι. χρησιμοποιούνταν ως ειδικά όργανα του χορού. Την ίδια εποχή, ως ανάλογα μουσικά όργανα με τη λ. της Κρήτης αναφέρονται η vielle a archet και αργότερα η viola da braccio, ενώ κατά τον 17o αι. το τετράχορδο barbitis minoris. Υπήρξε εποχή που τα όργανα αυτά παίζονταν όπως το βιολί και όχι όρθια.
Η κρητική λύρα έχει τις αρχές της πιθανότατα από τον 9o αι. στο Βυζάντιο. Παίζεται στα νησιά (Κρήτη, Δωδεκάνησα κ.ά.) και στη Βόρεια Ελλάδα.
Η λύρα, στους διάφορους τύπους της, ήταν από τα πιο κοινά μουσικά όργανα στην αρχαία Ελλάδα. Στη φωτογραφία, παράσταση του Ζωγράφου της Φιάλης (Μουσείο Βατικανού, Ρώμη).
Παράσταση σε ετρουσκική τοιχογραφία του 5ου αι. π.Χ.
* * *
η (AM λύρα)
1. έγχορδο, συνήθως επτάχορδο ή εννεάχορδο, αλλά και με ποικίλο αριθμό χορδών από τρεις έως δεκαοχτώ, εντατό μουσικό όργανο τών αρχαίων Ελλήνων που παιζόταν με τα δάχτυλα ή με ειδικό δοξάρι
2. ως κύριο όν. η Λύρα
μικρός αλλά ευδιάκριτος αστερισμός τού βόρειου ημισφαιρίου, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ τού Κύκνου, τού Ηρακλέους και τού Δράκοντος
νεοελλ.
1. έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο με 3 έως 9 χορδές που παίζεται με δοξάρι
(α. «κρητική λύρα» β. «ποντιακή λύρα» — ο κεμεντζές)
2. κρουστό όργανο που αποτελείται από σειρά χαλύβδινων πλακιδίων τα οποία δίδουν χρωματική κλίμακα και η εκτέλεση γίνεται με μικρό ξύλινο σφυρί
3. έγχορδο όργανο που έμοιαζε με βιολί και συνηθιζόταν από τον 16ο ώς τον 18ο αιώνα
4. το πτηνό μήνουρος
5. ανατ. ονομασία διαφόρων ανατομικών σχηματισμών που έχουν σχήμα λύρας
αρχ.
1. λυρική ποίηση και μουσική («τὰ δὲ περὶ τὰ γράμματα πρῶτον καὶ δεύτερον λύρας πέρι καὶ λογισμῶν», Πλάτ.)
2. είδος θαλάσσιου ψαριού
3. φρ. «Μουσῶν λύρα» — ο αστερισμός τών Πλειάδων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. άγνωστης προέλευσης. Οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί ότι η λ. ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *lēu-d- (λατ. laus, laudis, «έπαινος, αρχ. ιρλδ. lūad «συζήτηση» και lōid «τραγούδι») ή σε lēu-t- (γοτθ. liupon, αγγλοσαξ. leodian, αρχ. άνω γερμ. *liudon, όλα με σημασία «τραγουδώ» και αρχ. νορβ. luar «τρομπέτα») δεν φαίνονται πιθανές. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική με τον τ. lyra, ο οποίος πέρασε και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (πρβλ. αγγλ. lyre).
ΠΑΡ. λυρικός
αρχ.
Λυραίος, λύριον, λυρίς, λυρόεις, λυρόθεν, λύρον, λυρώδης
αρχ.-μσν.
λυρίζω
νεοελλ.
λυράρης, λυρατζής, λυριτζής.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. λυρογηθής, λυρόδμητος, λυροεργός, λυροθελγής, λυρόκτιτος, λυροποιητικός, λυροφοίνιξ, λυρωδός, λυρωνία
αρχ.-μσν.
λυροποιός
νεοελλ.
λυροκιθάρα. (Β' συνθετικό) αρχ. άλυρος, αντίλυρος, έκλυρος, εύλυρος, ισόλυρος, κακόλυρος, φιλόλυρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λύρα — λύρᾱ , λύρα lyre fem nom/voc/acc dual λύρᾱ , λύρα lyre fem nom/voc sg (attic doric aeolic) λύρον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύρα — η лира – музыкальный инструмент. В символической иконографии означает умиротворяющую силу Евангелия. Изображается в руках Орфея, укрощающего игрой на лире диких зверей …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λύρᾳ — λύραι , λύρα lyre fem nom/voc pl λύρᾱͅ , λύρα lyre fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύρα — [лира] ουσ. θ. (μουσ.) лира …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λύρα — η έγχορδο μουσικό όργανο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λύρας — λύρᾱς , λύρα lyre fem acc pl λύρᾱς , λύρα lyre fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύραι — λύρα lyre fem nom/voc pl λύρᾱͅ , λύρα lyre fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύραν — λύρᾱν , λύρα lyre fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυρᾶν — λύρα lyre fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυρῶν — λύρα lyre fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.